διασκελίζω
•
- περνάω κάποιο εμπόδιο με ένα άνοιγμα των σκελών ή ένα πηδηματάκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασκελίζω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική διασκελίζω < ελληνιστική κοινή διασκελισμένον (ουδέτερο μετοχής) < αρχαία ελληνική δια- + σκέλος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διασκελίζω | διασκελίζεις | διασκελίζει | διασκελίζουμε | διασκελίζετε | διασκελίζουν / διασκελίζουνε |
| Παρατατικός | διασκέλιζα | διασκέλιζες | διασκέλιζε | διασκελίζαμε | διασκελίζατε | διασκέλιζαν / διασκελίζαν / διασκελίζανε |
| Αόριστος | διασκέλισα | διασκέλισες | διασκέλισε | διασκελίσαμε | διασκελίσατε | διασκέλισαν / διασκελίσαν / διασκελίσανε |
| Μέλλοντας | θα διασκελίζω / θα διασκελίσω | θα διασκελίζεις / θα διασκελίσεις | θα διασκελίζει / θα διασκελίσει | θα διασκελίζουμε / θα διασκελίσουμε | θα διασκελίζετε / θα διασκελίσετε | θα διασκελίζουν / θα διασκελίζουνε / θα διασκελίσουν / θα διασκελίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διασκελίσει | έχεις διασκελίσει | έχει διασκελίσει | έχουμε διασκελίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διασκελίσει | είχες διασκελίσει | είχε διασκελίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διασκελίσει / να διασκελίζω / να διασκελίσω | να έχεις διασκελίσει / να διασκελίζεις / να διασκελίσεις | να έχει διασκελίσει / να διασκελίζει / να διασκελίσει | να έχουμε διασκελίσει / να διασκελίζουμε / να διασκελίσουμε | να διασκελίζετε / να διασκελίσετε | να διασκελίζουν / να διασκελίζουνε / να διασκελίσουν / να διασκελίσουνε |
| Προστακτική | — | διασκέλιζε / διασκέλισε | — | — | διασκελίζετε / διασκελίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διασκελίστηκαδιασκελίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →