Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διασκελίζω

/ði̯a.sceˈli.zo/ρήμα
•
  1. περνάω κάποιο εμπόδιο με ένα άνοιγμα των σκελών ή ένα πηδηματάκι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διασκελίζω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική διασκελίζω < ελληνιστική κοινή διασκελισμένον (ουδέτερο μετοχής) < αρχαία ελληνική δια- + σκέλος

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιασκελίζωδιασκελίζειςδιασκελίζειδιασκελίζουμεδιασκελίζετεδιασκελίζουν / διασκελίζουνε
Παρατατικόςδιασκέλιζαδιασκέλιζεςδιασκέλιζεδιασκελίζαμεδιασκελίζατεδιασκέλιζαν / διασκελίζαν / διασκελίζανε
Αόριστοςδιασκέλισαδιασκέλισεςδιασκέλισεδιασκελίσαμεδιασκελίσατεδιασκέλισαν / διασκελίσαν / διασκελίσανε
Μέλλονταςθα διασκελίζω / θα διασκελίσωθα διασκελίζεις / θα διασκελίσειςθα διασκελίζει / θα διασκελίσειθα διασκελίζουμε / θα διασκελίσουμεθα διασκελίζετε / θα διασκελίσετεθα διασκελίζουν / θα διασκελίζουνε / θα διασκελίσουν / θα διασκελίσουνε
Παρακείμενοςέχω διασκελίσειέχεις διασκελίσειέχει διασκελίσειέχουμε διασκελίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα διασκελίσειείχες διασκελίσειείχε διασκελίσει———
Υποτακτικήνα έχω διασκελίσει / να διασκελίζω / να διασκελίσωνα έχεις διασκελίσει / να διασκελίζεις / να διασκελίσειςνα έχει διασκελίσει / να διασκελίζει / να διασκελίσεινα έχουμε διασκελίσει / να διασκελίζουμε / να διασκελίσουμενα διασκελίζετε / να διασκελίσετενα διασκελίζουν / να διασκελίζουνε / να διασκελίσουν / να διασκελίσουνε
Προστακτική—διασκέλιζε / διασκέλισε——διασκελίζετε / διασκελίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

διασκελίστηκαδιασκελίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →