διασκελισμός
•
- το διασκέλισμα Βικιλεξικό
- φιλολογίατο μετρικό φαινόμενο στο οποίο το νόημα ενός στίχου ολοκληρώνεται στον επόμενο (ή επόμενους) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασκελισμός < διασκελίζω, διασκελισ- + -μός < μεσαιωνική ελληνική διασκελίζω < (ελληνιστική κοινή) < διά (δια-) + αρχαία ελληνική σκέλος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική enjambement
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διασκελισμός | διασκελισμοί |
| Γενική | διασκελισμού | διασκελισμών |
| Αιτιατική | διασκελισμό | διασκελισμούς |
| Κλητική | διασκελισμέ | διασκελισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →