Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαστρωματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με διαστρωματώσεις ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαστρωματικός < διαστρωμάτωση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαστρωματικόςδιαστρωματικήδιαστρωματικό
Γενικήδιαστρωματικούδιαστρωματικήςδιαστρωματικού
Αιτιατικήδιαστρωματικόδιαστρωματικήδιαστρωματικό
Κλητικήδιαστρωματικέδιαστρωματικήδιαστρωματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαστρωματικοίδιαστρωματικέςδιαστρωματικά
Γενικήδιαστρωματικώνδιαστρωματικώνδιαστρωματικών
Αιτιατικήδιαστρωματικούςδιαστρωματικέςδιαστρωματικά
Κλητικήδιαστρωματικοίδιαστρωματικέςδιαστρωματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →