διαστρωματικός
•
- που έχει σχέση με διαστρωματώσεις ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαστρωματικός < διαστρωμάτωση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαστρωματικός | διαστρωματική | διαστρωματικό |
| Γενική | διαστρωματικού | διαστρωματικής | διαστρωματικού |
| Αιτιατική | διαστρωματικό | διαστρωματική | διαστρωματικό |
| Κλητική | διαστρωματικέ | διαστρωματική | διαστρωματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαστρωματικοί | διαστρωματικές | διαστρωματικά |
| Γενική | διαστρωματικών | διαστρωματικών | διαστρωματικών |
| Αιτιατική | διαστρωματικούς | διαστρωματικές | διαστρωματικά |
| Κλητική | διαστρωματικοί | διαστρωματικές | διαστρωματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →