Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαστρωμάτωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαστρωματώνω Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραο χωρισμός της κοινωνίας σε στρώματα, σε κοινωνικά τμήματα, άλλα «ανώτερα» κι άλλα «κατώτερα» Βικιλεξικό
    • Εφόσον προφανώς όλοι οι κρίσιμοι παράγοντες θυμούνται διαρκώς ότι η κοινωνία έχει σωρευτική κόπωση, φοβάται τις αλλαγές που συντελούνται στη διαστρωμάτωσή της και προβάλλει διαρκώς το αίτημα για συμπεριληπτικότητα, για έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των νέων ανισοτήτων, πολλές από τις οποίες είναι κραυγαλέες. (Ιστορίες της Μεταπολίτευσης, (συλλογικό έργο, επιμελητές Κώστας Κωστής, Σωτήρης Ριζάς, εκδ. Πατάκης, 2025, σελ. 24)

Ετυμολογία

διαστρωμάτωση < διαστρωματώνω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική stratification)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαστρωμάτωσηδιαστρωματώσεις
Γενικήδιαστρωμάτωσηςδιαστρωματώσεων
Αιτιατικήδιαστρωμάτωσηδιαστρωματώσεις
Κλητικήδιαστρωμάτωσηδιαστρωματώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →