διαστρωματώνω
•
- σπάνιοδημιουργώ στρώματα, χωρίζω σε στρώματα Βικιλεξικό
- Ανάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς ἀντιθετικοὺς ὑπαρκτικούς πόλους διαστρωματώνεται η σύνολη πραγματικότητα. Ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται κάπου στὸ μέσον τῆς κλίμακας: ὡς σῶμα μετέχει στην ὑλικὴ φύση τοῦ κακοῦ καὶ ὡς πνεῦμα στὴν πραγματικότητα τοῦ ἀγαθοῦ. Αὐτὴ ἡ ὀντολογική σχιζοείδεια πού καθορίζει ὑπαρκτικὰ τὸν ἄνθρωπο, συνεπάγεται καὶ συγκεκριμένη ηθική: Ὁ Γνωστικισμός κηρύττει τὴν ἔμπρακτη ἀπέχθεια γιὰ τὴν ὕλη, ἑπομένως τήν περιφρόνηση καὶ ἐχθρότητα γιὰ τὸ σῶμα, τὴ βδελυγμία γιὰ κάθε ἡδονή, ἰδιαίτερα γιὰ τὴ σεξουαλικότητα.
Ετυμολογία
διαστρωματώνω (νεολογισμός) < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική stratify < γαλλική stratrifier : ή < ουσιαστικό διαστρωμάτω(ση) + -ώνω. Δείτε τη λατινική stratum.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαστρωματώνω | διαστρωματώνεις | διαστρωματώνει | διαστρωματώνουμε | διαστρωματώνετε | διαστρωματώνουν / διαστρωματώνουνε |
| Παρατατικός | διαστρωμάτωνα | διαστρωμάτωνες | διαστρωμάτωνε | διαστρωματώναμε | διαστρωματώνατε | διαστρωμάτωναν / διαστρωματώναν / διαστρωματώνανε |
| Αόριστος | διαστρωμάτωσα | διαστρωμάτωσες | διαστρωμάτωσε | διαστρωματώσαμε | διαστρωματώσατε | διαστρωμάτωσαν / διαστρωματώσαν / διαστρωματώσανε |
| Μέλλοντας | θα διαστρωματώνω / θα διαστρωματώσω | θα διαστρωματώνεις / θα διαστρωματώσεις | θα διαστρωματώνει / θα διαστρωματώσει | θα διαστρωματώνουμε / θα διαστρωματώσουμε | θα διαστρωματώνετε / θα διαστρωματώσετε | θα διαστρωματώνουν / θα διαστρωματώνουνε / θα διαστρωματώσουν / θα διαστρωματώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαστρωματώσει | έχεις διαστρωματώσει | έχει διαστρωματώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαστρωματώσει | είχες διαστρωματώσει | είχε διαστρωματώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαστρωματώσει / να διαστρωματώνω / να διαστρωματώσω | να έχεις διαστρωματώσει / να διαστρωματώνεις / να διαστρωματώσεις | να έχει διαστρωματώσει / να διαστρωματώνει / να διαστρωματώσει | να διαστρωματώνουμε / να διαστρωματώσουμε | να διαστρωματώνετε / να διαστρωματώσετε | να διαστρωματώνουν / να διαστρωματώνουνε / να διαστρωματώσουν / να διαστρωματώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε διαστρωματωμένο / διαστρωμάτωνε / διαστρωμάτωσε | — | — | διαστρωματώνετε / διαστρωματώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαστρωματώθηκαδιαστρωματώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →