διαταγή
•
- γραπτό ή προφορικό κείμενο με το οποίο άτομο ή ομάδα ή φορέας απευθύνεται σε έναν κατώτερο και του αναθέτει ένα έργο που πρέπει αυτός υποχρεωτικά να διεκπεραιώσει ή του απαγορεύει να κάνει συγκεκριμένα πράγματα Βικιλεξικό
- στρατιωτική διαταγή - διαταγή του προέδρου - αυστηρή διαταγή
- Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. (Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον εστί, Ανάγνωσμα πρώτο)
- στον πληθυντικό: το δικαίωμα που έχει κάποιος να διατάζει, η διοικητική ευθύνη, η αρχηγία Βικιλεξικό
- Οι Αμερικανοί στις διαταγές τώρα των Ιρακινών... ' (τίτλος άρθρου της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 3 Ιανουαρίου 2009)
- οικονομίαδιαταγή πληρωμής: γραπτή εντολή προς την τράπεζα για την πληρωμή ενός ποσού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαταγή < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή διαταγή < διατάσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαταγή | διαταγές |
| Γενική | διαταγής | διαταγών |
| Αιτιατική | διαταγή | διαταγές |
| Κλητική | διαταγή | διαταγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →