διαταρακτικός
•
- που έχει σχέση με διατάραξη, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαταρακτικός < διαταράσσω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαταρακτικός | διαταρακτική | διαταρακτικό |
| Γενική | διαταρακτικού | διαταρακτικής | διαταρακτικού |
| Αιτιατική | διαταρακτικό | διαταρακτική | διαταρακτικό |
| Κλητική | διαταρακτικέ | διαταρακτική | διαταρακτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαταρακτικοί | διαταρακτικές | διαταρακτικά |
| Γενική | διαταρακτικών | διαταρακτικών | διαταρακτικών |
| Αιτιατική | διαταρακτικούς | διαταρακτικές | διαταρακτικά |
| Κλητική | διαταρακτικοί | διαταρακτικές | διαταρακτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →