διαταράσσω
•
- ταράσσω και μετατρέπω σε δυσλειτουργική και ανώμαλη μια κανονική σχέση ή κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαταράσσω < αρχαία ελληνική διαταράσσω < διά + ταράσσω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική perturber)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαταράσσω | διαταράσσεις | διαταράσσει | διαταράσσουμε | διαταράσσετε | διαταράσσουν / διαταράσσουνε |
| Παρατατικός | διατάρασσα | διατάρασσες | διατάρασσε | διαταράσσαμε | διαταράσσατε | διατάρασσαν / διαταράσσαν / διαταράσσανε |
| Αόριστος | διατάραξα | διατάραξες | διατάραξε | διαταράξαμε | διαταράξατε | διατάραξαν / διαταράξαν / διαταράξανε |
| Μέλλοντας | θα διαταράξω / θα διαταράσσω | θα διαταράξεις / θα διαταράσσεις | θα διαταράξει / θα διαταράσσει | θα διαταράξουμε / θα διαταράσσουμε | θα διαταράξετε / θα διαταράσσετε | θα διαταράξουν / θα διαταράξουνε / θα διαταράσσουν / θα διαταράσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαταράξει | έχεις διαταράξει | έχει διαταράξει | έχουμε διαταράξει | έχετε διαταράξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαταράξει | είχες διαταράξει | είχε διαταράξει | είχαμε διαταράξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαταράξει / να διαταράξω / να διαταράσσω | να έχεις διαταράξει / να διαταράξεις / να διαταράσσεις | να έχει διαταράξει / να διαταράξει / να διαταράσσει | να έχουμε διαταράξει / να διαταράξουμε / να διαταράσσουμε | να έχετε διαταράξει / να διαταράξετε / να διαταράσσετε | να διαταράξουν / να διαταράξουνε / να διαταράσσουν / να διαταράσσουνε |
| Προστακτική | — | διατάραξε / διατάρασσε | — | — | διαταράξτε / διαταράσσετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →