διαφήμιση
•
- διαφήμισηη προβολή των χαρακτηριστικών ενός προϊόντος ή ατόμου ή υπηρεσίας με σκοπό την αποκόμιση κάποιου κέρδους Βικιλεξικό
- Ἡ διαφήμιση, χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς ἐποχῆς μας, εἶναι κι αὐτή, ὅπως πολλά ἄλλα, «νόμισμα μὲ δύο ὄψεις». ̓Από τὴν μιὰ μεριά χρήσιμη, ἐνοχλητικὴ ἀπὸ τὴν ἄλλη (Αρχιτεκτονική, τεύχη 90-93, εκδ. Α.Κ. Κιτσίκης, 1971)
- Όχι μονάχα είναι οι πιο δημοφιλείς ονειροκρίτες, αλλά και οι πιο εχέγγυοι για την πραγμάτωση του ονείρου. Οι διαφημίσεις το μαρτυρούν. Ποιός θ' αγόραζε ποτέ ένα αντιηλιακό λάδι αν στη θέση της εξωτικής Χαβανέζας είχε τον χημικό του τύπο και τις ενδεχόμενες καρκινογόνες ουσίες του χρωστικού; (Περικλής Κοροβέσης, Εμπορία ειδήσεων, εκδ. Γνώση, 1990, σελ. 162)
- τεχνική της επιχειρηματικής δράσης που διαδίδει πληροφορίες για κάτι με σκοπό να επηρεαστεί η καταναλωτική συμπεριφορά Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάκαταχώριση σε έντυπο ή μικρή παρεμβολή στο πρόγραμμα του ραδιοφώνου / της τηλεόρασης ή αφίσα που προβάλλει ένα προϊόν Βικιλεξικό
- μεταφορικάο έπαινος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαφήμιση (μαρτυρείται από το 1887)< (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διαφήμι(σις) + -ση < ελληνιστική κοινή διαφημίζω (διαδίδω, κάνω γνωστό) < αρχαία ελληνική διά + φήμη (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική réclame)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφήμιση | διαφημίσεις |
| Γενική | διαφήμισης | διαφημίσεων |
| Αιτιατική | διαφήμιση | διαφημίσεις |
| Κλητική | διαφήμιση | διαφημίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →