διαφημίζω
•
- ανακοινώνω ή γνωστοποιώ ένα προϊόν ή μια υπηρεσία σε ευρύ κοινό με τρόπο ελκυστικό, ώστε οι παραλήπτες του μηνύματός μου να ενδιαφέρονται για την κατανάλωση ή τη χρήση της/του Βικιλεξικό
- Το βλέμμα του καρφώνεται στην αφίσα .... Τρία ποτήρια με χρωματιστά υγρά και μια λεζάντα να διαφημίζει τους νέους, ασυναγώνιστους αντιοξειδωτικούς χυμούς του καταστήματος (Μαριαλένα Σεμιτέκολου, Ακουαρέλα, 2022)
- μεταφορικάΜιλάω συχνά για τα θετικά ενός πράγματος η προσώπου, τον προωθώ συνεχώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαφημίζω < ελληνιστική κοινή διαφημίζω < αρχαία ελληνική διά + φήμη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαφημίζω | διαφημίζεις | διαφημίζει | διαφημίζουμε | διαφημίζετε | διαφημίζουν / διαφημίζουνε |
| Παρατατικός | διαφήμιζα | διαφήμιζες | διαφήμιζε | διαφημίζαμε | διαφημίζατε | διαφήμιζαν / διαφημίζαν / διαφημίζανε |
| Αόριστος | διαφήμισα | διαφήμισες | διαφήμισε | διαφημίσαμε | διαφημίσατε | διαφήμισαν / διαφημίσαν / διαφημίσανε |
| Μέλλοντας | θα διαφημίζω / θα διαφημίσω | θα διαφημίζεις / θα διαφημίσεις | θα διαφημίζει / θα διαφημίσει | θα διαφημίζουμε / θα διαφημίσουμε | θα διαφημίζετε / θα διαφημίσετε | θα διαφημίζουν / θα διαφημίζουνε / θα διαφημίσουν / θα διαφημίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαφημίσει | έχεις διαφημίσει | έχει διαφημίσει | έχουμε διαφημίσει | έχετε διαφημίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαφημίσει | είχες διαφημίσει | είχε διαφημίσει | είχαμε διαφημίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαφημίσει / να διαφημίζω / να διαφημίσω | να έχεις διαφημίσει / να διαφημίζεις / να διαφημίσεις | να έχει διαφημίσει / να διαφημίζει / να διαφημίσει | να έχουμε διαφημίσει / να διαφημίζουμε / να διαφημίσουμε | να έχετε διαφημίσει / να διαφημίζετε / να διαφημίσετε | να διαφημίζουν / να διαφημίζουνε / να διαφημίσουν / να διαφημίσουνε |
| Προστακτική | — | διαφήμιζε / διαφήμισε | — | — | διαφημίζετε / διαφημίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →