διαφορτωτικός
•
- που αφορά ή εμπλέκει δύο τουλάχιστον μέσα μεταφοράς ενός προϊόντος Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδιαφορτωτική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαφορτωτικός < δια- + φορτωτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφορτωτικός | διαφορτωτική | διαφορτωτικό |
| Γενική | διαφορτωτικού | διαφορτωτικής | διαφορτωτικού |
| Αιτιατική | διαφορτωτικό | διαφορτωτική | διαφορτωτικό |
| Κλητική | διαφορτωτικέ | διαφορτωτική | διαφορτωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφορτωτικοί | διαφορτωτικές | διαφορτωτικά |
| Γενική | διαφορτωτικών | διαφορτωτικών | διαφορτωτικών |
| Αιτιατική | διαφορτωτικούς | διαφορτωτικές | διαφορτωτικά |
| Κλητική | διαφορτωτικοί | διαφορτωτικές | διαφορτωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →