διαφωνώ
•
- πιστεύω, έχω ή υποστηρίζω διαφορετικές απόψεις σε σχέση με κάποιον άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαφωνώ < αρχαία ελληνική διαφωνέω / διαφωνῶ < διά + φωνέω / φωνῶ < φωνή
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαφωνώ | διαφωνείς | διαφωνεί | διαφωνούμε | διαφωνείτε | διαφωνούν / διαφωνούνε |
| Παρατατικός | διαφωνούσα | διαφωνούσες | διαφωνούσε | διαφωνούσαμε | διαφωνούσατε | διαφωνούσαν / διαφωνούσανε |
| Αόριστος | διαφώνησα | διαφώνησες | διαφώνησε | διαφωνήσαμε | διαφωνήσατε | διαφωνήσαν / διαφωνήσανε / διαφώνησαν |
| Μέλλοντας | θα διαφωνήσω / θα διαφωνώ | θα διαφωνήσεις / θα διαφωνείς | θα διαφωνήσει / θα διαφωνεί | θα διαφωνήσουμε / θα διαφωνούμε | θα διαφωνήσετε / θα διαφωνείτε | θα διαφωνήσουν / θα διαφωνήσουνε / θα διαφωνούν / θα διαφωνούνε |
| Παρακείμενος | έχω διαφωνήσει | έχεις διαφωνήσει | έχει διαφωνήσει | έχουμε διαφωνήσει | έχετε διαφωνήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαφωνήσει | είχες διαφωνήσει | είχε διαφωνήσει | είχαμε διαφωνήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαφωνήσει / να διαφωνήσω / να διαφωνώ | να έχεις διαφωνήσει / να διαφωνήσεις / να διαφωνείς | να έχει διαφωνήσει / να διαφωνήσει / να διαφωνεί | να έχουμε διαφωνήσει / να διαφωνήσουμε / να διαφωνούμε | να έχετε διαφωνήσει / να διαφωνήσετε / να διαφωνείτε | να διαφωνήσουν / να διαφωνήσουνε / να διαφωνούν / να διαφωνούνε |
| Προστακτική | — | διαφώνει / διαφώνησε | — | — | διαφωνήστε / διαφωνείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →