Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαχειριστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που έχει την ευθύνη της διαχείρισης, οικονομικής ή άλλης Βικιλεξικό
    • διαχειριστής των επενδύσεων του ανήλικου ορίστηκε ο κ. Τάδε
  2. σε πολυκατοικίαπρόσωπο που διαχειρίζεται τα κοινόχρηστα οικονομικά και συνήθως ταυτόχρονα φροντίζει για τη σωστή λειτουργία μιας πολυκατοικίας Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήαυτός που υποστηρίζει, ρυθμίζει ένα σύστημα ή υποσύστημα (δίκτυο, βάση δεδομένων, κλπ.) πληροφορικής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαχειριστής < διαχειρίζομαι + -τής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαχειριστήςδιαχειριστές
Γενικήδιαχειριστή / διαχειριστούδιαχειριστών
Αιτιατικήδιαχειριστήδιαχειριστές
Κλητικήδιαχειριστά / διαχειριστήδιαχειριστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →