διαχειριστής
•
- επάγγελμααυτός που έχει την ευθύνη της διαχείρισης, οικονομικής ή άλλης Βικιλεξικό
- διαχειριστής των επενδύσεων του ανήλικου ορίστηκε ο κ. Τάδε
- σε πολυκατοικίαπρόσωπο που διαχειρίζεται τα κοινόχρηστα οικονομικά και συνήθως ταυτόχρονα φροντίζει για τη σωστή λειτουργία μιας πολυκατοικίας Βικιλεξικό
- πληροφορικήαυτός που υποστηρίζει, ρυθμίζει ένα σύστημα ή υποσύστημα (δίκτυο, βάση δεδομένων, κλπ.) πληροφορικής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαχειριστής < διαχειρίζομαι + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαχειριστής | διαχειριστές |
| Γενική | διαχειριστή / διαχειριστού | διαχειριστών |
| Αιτιατική | διαχειριστή | διαχειριστές |
| Κλητική | διαχειριστά / διαχειριστή | διαχειριστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →