Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαχρονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αντέχει στο χρόνο, που δεν χάνει την αξία του στο χρόνο Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με τη διαχρονία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαχρονικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική diachronique < diachronie < αρχαία ελληνική διά + χρόνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαχρονικόςδιαχρονικήδιαχρονικό
Γενικήδιαχρονικούδιαχρονικήςδιαχρονικού
Αιτιατικήδιαχρονικόδιαχρονικήδιαχρονικό
Κλητικήδιαχρονικέδιαχρονικήδιαχρονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαχρονικοίδιαχρονικέςδιαχρονικά
Γενικήδιαχρονικώνδιαχρονικώνδιαχρονικών
Αιτιατικήδιαχρονικούςδιαχρονικέςδιαχρονικά
Κλητικήδιαχρονικοίδιαχρονικέςδιαχρονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →