διαχρονικότητα
•
- το να είναι κάποιος ή κάτι διαχρονικά, να αντέχουν στο πέρασμα του χρόνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαχρονικότητα < διαχρονικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαχρονικότητα | διαχρονικότητες |
| Γενική | διαχρονικότητας | διαχρονικοτήτων |
| Αιτιατική | διαχρονικότητα | διαχρονικότητες |
| Κλητική | διαχρονικότητα | διαχρονικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →