διαχωριστικός
•
- που διαχωρίζει κάτι από κάτι άλλο Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με το διαχωρισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαχωριστικός < ελληνιστική κοινή διαχωριστικός < αρχαία ελληνική διαχωρίζω < διά + χωρίζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαχωριστικός | διαχωριστική | διαχωριστικό |
| Γενική | διαχωριστικού | διαχωριστικής | διαχωριστικού |
| Αιτιατική | διαχωριστικό | διαχωριστική | διαχωριστικό |
| Κλητική | διαχωριστικέ | διαχωριστική | διαχωριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαχωριστικοί | διαχωριστικές | διαχωριστικά |
| Γενική | διαχωριστικών | διαχωριστικών | διαχωριστικών |
| Αιτιατική | διαχωριστικούς | διαχωριστικές | διαχωριστικά |
| Κλητική | διαχωριστικοί | διαχωριστικές | διαχωριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →