Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαχωρίζω

/ði̯a.xoˈɾi.zo/ρήμα
•
  1. ξεχωρίζω, διακρίνω κάτι από άλλο Βικιλεξικό
    • έτσι συνεισέφερε τις δικές του ενέργειες, που είχαν ένα μόνο σκοπό: Να μη διαχωριστεί ποτέ η Εκκλησία από την Πολιτεία (Αλέξανδρος Ντερπούλης, Το νησί κάτω από την ομίχλη, εκδ. Κσστανιώτη, 2011)
    • Ελάχιστοι βρέθηκαν να με υπερασπιστούν κι έτσι κατάφερα στα γεράματα να τους διαχωρίσω από εκείνους που χρησιμοθηρικά και μόνο με περιτριγύρισαν στα χρόνια της ακμής μου. (Κρίτων Σαλπιγκτής, Θρυμματισμένη φρυγανιά, εκδ. Ίκαρος, 2018)
  2. διαιρώ, διαιρούμαι σε δύο ή περισσότερα μέρη Βικιλεξικό
    • Πρέπει να διαχωριστούν όλες οι ουσίες για να γίνει σωστή ανάλυση του δείγματος
  3. παίρνω απόσταση από την άποψη των άλλων Βικιλεξικό
    • «Οι συνθήκες τότε δεν μου επέτρεπαν να διαχωρίσω τη θέση μου διότι έπρεπε να παρουσιάζεται ενωμένη η καθοδήγηση» (Γιάννης Θ. Μαλακάσης, Λευκάδα: Η ανατολή του νέου πολιτικού διχασμού στο μεταπολεμικό κράτος, Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 2001, σελ. 137)

Ετυμολογία

διαχωρίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαχωρίζω < δια- + χωρίζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιαχωρίζωδιαχωρίζειςδιαχωρίζειδιαχωρίζουμεδιαχωρίζετεδιαχωρίζουν / διαχωρίζουνε
Παρατατικόςδιαχώριζαδιαχώριζεςδιαχώριζεδιαχωρίζαμεδιαχωρίζατεδιαχωρίζαν / διαχωρίζανε / διαχώριζαν
Αόριστοςδιαχώρισαδιαχώρισεςδιαχώρισεδιαχωρίσαμεδιαχωρίσατεδιαχωρίσαν / διαχωρίσανε / διαχώρισαν
Μέλλονταςθα διαχωρίζω / θα διαχωρίσωθα διαχωρίζεις / θα διαχωρίσειςθα διαχωρίζει / θα διαχωρίσειθα διαχωρίζουμε / θα διαχωρίσουμεθα διαχωρίζετε / θα διαχωρίσετεθα διαχωρίζουν / θα διαχωρίζουνε / θα διαχωρίσουν / θα διαχωρίσουνε
Παρακείμενοςέχω διαχωρίσειέχεις διαχωρίσειέχει διαχωρίσειέχουμε διαχωρίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα διαχωρίσειείχες διαχωρίσειείχε διαχωρίσει———
Υποτακτικήνα έχω διαχωρίσει / να διαχωρίζω / να διαχωρίσωνα έχεις διαχωρίσει / να διαχωρίζεις / να διαχωρίσειςνα έχει διαχωρίσει / να διαχωρίζει / να διαχωρίσεινα έχουμε διαχωρίσει / να διαχωρίζουμε / να διαχωρίσουμενα διαχωρίζετε / να διαχωρίσετενα διαχωρίζουν / να διαχωρίζουνε / να διαχωρίσουν / να διαχωρίσουνε
Προστακτική—διαχώριζε / διαχώρισε——διαχωρίζετε / διαχωρίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

διαχωρίστηκαδιαχωρίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →