διδάσκαλος
•
- επάγγελμαδάσκαλος Βικιλεξικό
- γενικότεραδάσκαλος ή λόγιος μεγάλου κύρους Βικιλεξικό
- οι διδάσκαλοι του Γένους
- Προς διδάσκαλον καί πάντα πεπαιδευμένον ἂνδρα: ... Κύριε (δεῑνα), Την Ὑμετέραν Σοφολογιότητα μὲ σέβας προσκυνῶ, καὶ ἀσπάζομαι (Ἐπιστολάριον περιέχον διαφόρους τύπους ἐπιστολών, πάνυ χρησίμους εἰς ὁποιανδήποτε ἀνθρωπίνην κατάστασιν και περίστασιν του βίου. Μεταρρυθμισθέν και ... ἐπαυξηθέν, Ἐκδοσις πέμπτη, Βενετία, εκ του ελληνικού τυπογραφείου Ο Φοίνιξ, 1875, σελ. 26 https://www.google.gr/books/edition/%E1%BC%98%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%87%CE%BF/gVa3mH0ZLcMC?hl=el&gbpv=1&dq=%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1&pg=PA26&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
διδάσκαλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διδάσκαλος. Συγκρίνετε με το κληρονομημένο δάσκαλος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διδάσκαλος | διδάσκαλοι |
| Γενική | διδάσκαλου / διδασκάλου | διδασκάλων |
| Αιτιατική | διδάσκαλο | διδάσκαλους / διδασκάλους |
| Κλητική | διδάσκαλε | διδάσκαλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →