διεγέρτης
•
- όργανο ή μέσο που προκαλεί διέγερση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διεγέρτης < (καθαρεύουσα) διεγέρτης < διεγείρω + -της < αρχαία ελληνική διεγείρω < (διά) δι- + ἐγείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ger- (σηκώνω, ωθώ) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική excitant)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διεγέρτης | διεγέρτες |
| Γενική | διεγέρτη | διεγερτών |
| Αιτιατική | διεγέρτη | διεγέρτες |
| Κλητική | διεγέρτη | διεγέρτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →