Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διεθνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται ανάμεσα σε έθνη Βικιλεξικό
  2. που αφορά τον διεθνισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διεθνικός < διεθν(ής) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιεθνικόςδιεθνικήδιεθνικό
Γενικήδιεθνικούδιεθνικήςδιεθνικού
Αιτιατικήδιεθνικόδιεθνικήδιεθνικό
Κλητικήδιεθνικέδιεθνικήδιεθνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιεθνικοίδιεθνικέςδιεθνικά
Γενικήδιεθνικώνδιεθνικώνδιεθνικών
Αιτιατικήδιεθνικούςδιεθνικέςδιεθνικά
Κλητικήδιεθνικοίδιεθνικέςδιεθνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →