διενεργώ
•
- κάνω, εκτελώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διενεργώ < (ελληνιστική κοινή) / διενεργῶ < διά + ἐνεργέω / ἐνεργῶ < ἔργον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διενεργώ | διενεργείς | διενεργεί | διενεργούμε | διενεργείτε | διενεργούν / διενεργούνε |
| Παρατατικός | διενεργούσα | διενεργούσες | διενεργούσε | διενεργούσαμε | διενεργούσατε | διενεργούσαν / διενεργούσανε |
| Αόριστος | διενέργησα | διενέργησες | διενέργησε | διενεργήσαμε | διενεργήσατε | διενέργησαν / διενεργήσαν / διενεργήσανε |
| Μέλλοντας | θα διενεργήσω / θα διενεργώ | θα διενεργήσεις / θα διενεργείς | θα διενεργήσει / θα διενεργεί | θα διενεργήσουμε / θα διενεργούμε | θα διενεργήσετε / θα διενεργείτε | θα διενεργήσουν / θα διενεργήσουνε / θα διενεργούν / θα διενεργούνε |
| Παρακείμενος | έχω διενεργήσει | έχεις διενεργήσει | έχει διενεργήσει | έχουμε διενεργήσει | έχετε διενεργήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διενεργήσει | είχες διενεργήσει | είχε διενεργήσει | είχαμε διενεργήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διενεργήσει / να διενεργήσω / να διενεργώ | να έχεις διενεργήσει / να διενεργήσεις / να διενεργείς | να έχει διενεργήσει / να διενεργήσει / να διενεργεί | να έχουμε διενεργήσει / να διενεργήσουμε / να διενεργούμε | να έχετε διενεργήσει / να διενεργήσετε / να διενεργείτε | να διενεργήσουν / να διενεργήσουνε / να διενεργούν / να διενεργούνε |
| Προστακτική | — | διενέργει / διενέργησε | — | — | διενεργήστε / διενεργείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →