Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενεργώ

/e.neɾˈɣo/ρήμα
•
  1. κάνω κάποια ενέργεια Βικιλεξικό
  2. προσπαθώ να πετύχω κάτι Βικιλεξικό
  3. ισχύω Βικιλεξικό
  4. φέρνω κάποιο (θετικό) αποτέλεσμα (για ουσία, φάρμακο κ.λπ.) Βικιλεξικό
  5. μόνο στηνενεργούμαι: κάνω εκκένωση του εντέρου, αφοδεύω, χέζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενεργώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνεργῶ, συνηρημένος τύπος του ἐνεργέω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςενεργώενεργείςενεργείενεργούμεενεργείτεενεργούν / ενεργούνε
Παρατατικόςενεργούσαενεργούσεςενεργούσεενεργούσαμεενεργούσατεενεργούσαν / ενεργούσανε
Αόριστοςενέργησαενέργησεςενέργησεενεργήσαμεενεργήσατεενέργησαν / ενεργήσαν / ενεργήσανε
Μέλλονταςθα ενεργήσω / θα ενεργώθα ενεργήσεις / θα ενεργείςθα ενεργήσει / θα ενεργείθα ενεργήσουμε / θα ενεργούμεθα ενεργήσετε / θα ενεργείτεθα ενεργήσουν / θα ενεργήσουνε / θα ενεργούν / θα ενεργούνε
Παρακείμενοςέχω ενεργήσειέχεις ενεργήσειέχει ενεργήσειέχουμε ενεργήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ενεργήσειείχες ενεργήσειείχε ενεργήσειείχαμε ενεργήσει——
Υποτακτικήνα έχω ενεργήσει / να ενεργήσω / να ενεργώνα έχεις ενεργήσει / να ενεργήσεις / να ενεργείςνα έχει ενεργήσει / να ενεργήσει / να ενεργείνα έχουμε ενεργήσει / να ενεργήσουμε / να ενεργούμενα ενεργήσετε / να ενεργείτενα ενεργήσουν / να ενεργήσουνε / να ενεργούν / να ενεργούνε
Προστακτική—ενέργησε——ενεργήστε / ενεργείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ενεργήθηκαενεργούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →