ενεργώ
•
- κάνω κάποια ενέργεια Βικιλεξικό
- προσπαθώ να πετύχω κάτι Βικιλεξικό
- ισχύω Βικιλεξικό
- φέρνω κάποιο (θετικό) αποτέλεσμα (για ουσία, φάρμακο κ.λπ.) Βικιλεξικό
- μόνο στηνενεργούμαι: κάνω εκκένωση του εντέρου, αφοδεύω, χέζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενεργώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνεργῶ, συνηρημένος τύπος του ἐνεργέω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενεργώ | ενεργείς | ενεργεί | ενεργούμε | ενεργείτε | ενεργούν / ενεργούνε |
| Παρατατικός | ενεργούσα | ενεργούσες | ενεργούσε | ενεργούσαμε | ενεργούσατε | ενεργούσαν / ενεργούσανε |
| Αόριστος | ενέργησα | ενέργησες | ενέργησε | ενεργήσαμε | ενεργήσατε | ενέργησαν / ενεργήσαν / ενεργήσανε |
| Μέλλοντας | θα ενεργήσω / θα ενεργώ | θα ενεργήσεις / θα ενεργείς | θα ενεργήσει / θα ενεργεί | θα ενεργήσουμε / θα ενεργούμε | θα ενεργήσετε / θα ενεργείτε | θα ενεργήσουν / θα ενεργήσουνε / θα ενεργούν / θα ενεργούνε |
| Παρακείμενος | έχω ενεργήσει | έχεις ενεργήσει | έχει ενεργήσει | έχουμε ενεργήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενεργήσει | είχες ενεργήσει | είχε ενεργήσει | είχαμε ενεργήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενεργήσει / να ενεργήσω / να ενεργώ | να έχεις ενεργήσει / να ενεργήσεις / να ενεργείς | να έχει ενεργήσει / να ενεργήσει / να ενεργεί | να έχουμε ενεργήσει / να ενεργήσουμε / να ενεργούμε | να ενεργήσετε / να ενεργείτε | να ενεργήσουν / να ενεργήσουνε / να ενεργούν / να ενεργούνε |
| Προστακτική | — | ενέργησε | — | — | ενεργήστε / ενεργείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ενεργήθηκαενεργούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →