Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διεξοδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λεπτομερής, εκτενής Βικιλεξικό
    • Η περιγραφή του ήταν διεξοδική

Ετυμολογία

διεξοδικός < αρχαία ελληνική διεξοδικός < διέξοδος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιεξοδικόςδιεξοδικήδιεξοδικό
Γενικήδιεξοδικούδιεξοδικήςδιεξοδικού
Αιτιατικήδιεξοδικόδιεξοδικήδιεξοδικό
Κλητικήδιεξοδικέδιεξοδικήδιεξοδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιεξοδικοίδιεξοδικέςδιεξοδικά
Γενικήδιεξοδικώνδιεξοδικώνδιεξοδικών
Αιτιατικήδιεξοδικούςδιεξοδικέςδιεξοδικά
Κλητικήδιεξοδικοίδιεξοδικέςδιεξοδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →