Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διεπαφή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πληροφορικήο τρόπος επικοινωνίας ανθρώπου-μηχανής (HCI) και γενικότερα η επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών οντοτήτων, όπως μεταξύ συσκευών, συσκευών και λειτουργικών συστημάτων, κλπ Βικιλεξικό
    • Συνώνυμο: διεπαφή χρήστη
  2. τηλεπικοινωνίεςκοινό σύνορο επικοινωνίας μεταξύ δύο λειτουργικών μονάδων που διαθέτει καθορισμένα χαρακτηριστικά σχετικά με τη λειτουργία των λειτουργικών μονάδων και τη μεταξύ τους επικοινωνία Βικιλεξικό
    • Διάφορα είδη διεπαφής: διεπαφή πρόσβασης, αναλογική διεπαφή, ραδιοδιεπαφή, διεπαφή προγράμματος εφαρμογής.

Ετυμολογία

διεπαφή < δι- + επαφή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιεπαφήδιεπαφές
Γενικήδιεπαφήςδιεπαφών
Αιτιατικήδιεπαφήδιεπαφές
Κλητικήδιεπαφήδιεπαφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →