διευκρίνιση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διευκρινίζω Βικιλεξικό
- Ο εξεταστής έδωσε μερικές διευκρινίσεις για τα θέματα των μαθηματικών.
Ετυμολογία
διευκρίνιση < είτε διευκρινί(ζω) + -ση, είτε ελληνιστική κοινή διευκρίνησις με ορθογραφία και το διευκρινίζω <
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διευκρίνιση | διευκρινίσεις |
| Γενική | διευκρίνισης | διευκρινίσεων |
| Αιτιατική | διευκρίνιση | διευκρινίσεις |
| Κλητική | διευκρίνιση | διευκρινίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →