Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διευκρίνιση

/ði.efˈkɾi.ni.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διευκρινίζω Βικιλεξικό
    • Ο εξεταστής έδωσε μερικές διευκρινίσεις για τα θέματα των μαθηματικών.

Ετυμολογία

διευκρίνιση < είτε διευκρινί(ζω) + -ση, είτε ελληνιστική κοινή διευκρίνησις με ορθογραφία και το διευκρινίζω <

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιευκρίνισηδιευκρινίσεις
Γενικήδιευκρίνισηςδιευκρινίσεων
Αιτιατικήδιευκρίνισηδιευκρινίσεις
Κλητικήδιευκρίνισηδιευκρινίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →