Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διευκρινίζω

/ði.ef.kɾiˈni.zo/ρήμα
•
  1. εξηγώ αναλυτικότερα κάτι ή δίνω περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτό Βικιλεξικό
    • Και επειδή όντως αυτή η εβδομάδα, ήταν πολύ κουραστική για όλους μας, σας έχω μια απολαυστική έκπληξη!» είπε με στόμφο ο Φοίβος. «Τι έκπληξη, αγάπη μας;» ρώτησαν και οι δύο απορημένες, με μία φωνή. «Εάν σας την πω, τι έκπληξη θα είναι;» διευκρίνισε χαμογελώντας ο Φοίβος! (Γιώργος Ντόβας, Μαγικό Βουνό, 2024)

Ετυμολογία

διευκρινίζω < αρχαία ελληνική διευκρινέω / διευκρινῶ + -ίζω < διά (δι-) + εὐκρινέω / εὐκρινῶ < εὐκρινής < εὖ + κρίνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιευκρινίζωδιευκρινίζειςδιευκρινίζειδιευκρινίζουμεδιευκρινίζετεδιευκρινίζουν / διευκρινίζουνε
Παρατατικόςδιευκρίνιζαδιευκρίνιζεςδιευκρίνιζεδιευκρινίζαμεδιευκρινίζατεδιευκρίνιζαν / διευκρινίζαν / διευκρινίζανε
Αόριστοςδιευκρίνισαδιευκρίνισεςδιευκρίνισεδιευκρινίσαμεδιευκρινίσατεδιευκρίνισαν / διευκρινίσαν / διευκρινίσανε
Μέλλονταςθα διευκρινίζω / θα διευκρινίσωθα διευκρινίζεις / θα διευκρινίσειςθα διευκρινίζει / θα διευκρινίσειθα διευκρινίζουμε / θα διευκρινίσουμεθα διευκρινίζετε / θα διευκρινίσετεθα διευκρινίζουν / θα διευκρινίζουνε / θα διευκρινίσουν / θα διευκρινίσουνε
Παρακείμενοςέχω διευκρινίσειέχεις διευκρινίσειέχει διευκρινίσειέχουμε διευκρινίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα διευκρινίσειείχες διευκρινίσειείχε διευκρινίσει———
Υποτακτικήνα έχω διευκρινίσει / να διευκρινίζω / να διευκρινίσωνα έχεις διευκρινίσει / να διευκρινίζεις / να διευκρινίσειςνα έχει διευκρινίσει / να διευκρινίζει / να διευκρινίσεινα έχουμε διευκρινίσει / να διευκρινίζουμε / να διευκρινίσουμενα διευκρινίζετε / να διευκρινίσετενα διευκρινίζουν / να διευκρινίζουνε / να διευκρινίσουν / να διευκρινίσουνε
Προστακτική—διευκρίνιζε / διευκρίνισε——διευκρινίζετε / διευκρινίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

διευκρινίστηκαδιευκρινίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →