διηγηματογράφος
•
- επάγγελμασυγγραφέας διηγημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διηγηματογράφος < διηγήματ(ος) + -ο- + -γράφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διηγηματογράφος | διηγηματογράφοι |
| Γενική | διηγηματογράφου | διηγηματογράφων |
| Αιτιατική | διηγηματογράφο | διηγηματογράφους |
| Κλητική | διηγηματογράφε | διηγηματογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →