διήγημα
•
- λογοτεχνίασύντομη αφήγηση σε πεζό λόγο με πραγματική ή φανταστική υπόθεση και λίγα πρόσωπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διήγημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διήγημα < αρχαία ελληνική διηγέομαι / διηγοῦμαι < διά δι + ἡγέομαι / ἡγοῦμαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seh₂g- (αναζητώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διήγημα | διηγήματα |
| Γενική | διηγήματος | διηγημάτων |
| Αιτιατική | διήγημα | διηγήματα |
| Κλητική | διήγημα | διηγήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →