διοργανωτικός
•
- που έχει σχέση με τη διοργάνωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διοργανωτικός < διοργανωτής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διοργανωτικός | διοργανωτική | διοργανωτικό |
| Γενική | διοργανωτικού | διοργανωτικής | διοργανωτικού |
| Αιτιατική | διοργανωτικό | διοργανωτική | διοργανωτικό |
| Κλητική | διοργανωτικέ | διοργανωτική | διοργανωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διοργανωτικοί | διοργανωτικές | διοργανωτικά |
| Γενική | διοργανωτικών | διοργανωτικών | διοργανωτικών |
| Αιτιατική | διοργανωτικούς | διοργανωτικές | διοργανωτικά |
| Κλητική | διοργανωτικοί | διοργανωτικές | διοργανωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →