Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διοργανωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη διοργάνωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διοργανωτικός < διοργανωτής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιοργανωτικόςδιοργανωτικήδιοργανωτικό
Γενικήδιοργανωτικούδιοργανωτικήςδιοργανωτικού
Αιτιατικήδιοργανωτικόδιοργανωτικήδιοργανωτικό
Κλητικήδιοργανωτικέδιοργανωτικήδιοργανωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιοργανωτικοίδιοργανωτικέςδιοργανωτικά
Γενικήδιοργανωτικώνδιοργανωτικώνδιοργανωτικών
Αιτιατικήδιοργανωτικούςδιοργανωτικέςδιοργανωτικά
Κλητικήδιοργανωτικοίδιοργανωτικέςδιοργανωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →