διοργανώνω
•
- προετοιμάζω με τρόπο συστηματικό και φροντίζω να διεξαχθεί μία εκδήλωση ή, γενικά, κάποια δραστηριότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διοργανώνω < μεσαιωνική ελληνική διοργανόω / διοργανῶ < (ελληνιστική κοινή) / διοργανοῦμαι < ὀργανόω / ὀργανῶ < αρχαία ελληνική ὄργανον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *werǵ- (εργάζομαι, δημιουργώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διοργανώνω | διοργανώνεις | διοργανώνει | διοργανώνουμε | διοργανώνετε | διοργανώνουν / διοργανώνουνε |
| Παρατατικός | διοργάνωνα | διοργάνωνες | διοργάνωνε | διοργανώναμε | διοργανώνατε | διοργάνωναν / διοργανώναν / διοργανώνανε |
| Αόριστος | διοργάνωσα | διοργάνωσες | διοργάνωσε | διοργανώσαμε | διοργανώσατε | διοργάνωσαν / διοργανώσαν / διοργανώσανε |
| Μέλλοντας | θα διοργανώνω / θα διοργανώσω | θα διοργανώνεις / θα διοργανώσεις | θα διοργανώνει / θα διοργανώσει | θα διοργανώνουμε / θα διοργανώσουμε | θα διοργανώνετε / θα διοργανώσετε | θα διοργανώνουν / θα διοργανώνουνε / θα διοργανώσουν / θα διοργανώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διοργανώσει | έχεις διοργανώσει | έχει διοργανώσει | έχουμε διοργανώσει | έχετε διοργανώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διοργανώσει | είχες διοργανώσει | είχε διοργανώσει | είχαμε διοργανώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διοργανώσει / να διοργανώνω / να διοργανώσω | να έχεις διοργανώσει / να διοργανώνεις / να διοργανώσεις | να έχει διοργανώσει / να διοργανώνει / να διοργανώσει | να έχουμε διοργανώσει / να διοργανώνουμε / να διοργανώσουμε | να έχετε διοργανώσει / να διοργανώνετε / να διοργανώσετε | να διοργανώνουν / να διοργανώνουνε / να διοργανώσουν / να διοργανώσουνε |
| Προστακτική | — | διοργάνωνε / διοργάνωσε | — | — | διοργανώνετε / διοργανώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →