διοσημία
•
- ασυνήθιστο μετεωρολογικό φαινόμενο που ερμηνεύεται σαν οιωνός (θεϊκό σημάδι) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διοσημία < αρχαία ελληνική Διοσημία < Ζεύς + σῆμα + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διοσημία | διοσημίες |
| Γενική | διοσημίας | διοσημιών |
| Αιτιατική | διοσημία | διοσημίες |
| Κλητική | διοσημία | διοσημίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →