σημείο
•
- μια συγκεκριμένη θέση στο χώρο ή το χρόνο Βικιλεξικό
- το μέρος κειμένου ή λόγου Βικιλεξικό
- το αναφέρεις/γράφεις/λες σε τρία διαφορετικά σημεία
- το σχήμα, το σύμβολο, η γραφική παράσταση Βικιλεξικό
- το σημείο του σταυρού
- τα σημεία στίξης
- φυσικήτο σώμα με απειροελάχιστες ή μηδενικές διαστάσεις που αντιπροσωπεύει ένα ιδανικό αντικείμενο (αλλά μη υπαρκτό στην πραγματικότητα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σημείο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σημεῖον| < σῆμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σημείο | σημεία |
| Γενική | σημείου | σημείων |
| Αιτιατική | σημείο | σημεία |
| Κλητική | σημείο | σημεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →