Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διπλοψηφίζω

ρήμα
•
  1. ψηφίζω παράνομα δύο φορές στην ίδια εκλογική αναμέτρηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διπλοψηφίζω < διπλο- + ψηφίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιπλοψηφίζωδιπλοψηφίζειςδιπλοψηφίζειδιπλοψηφίζουμεδιπλοψηφίζετεδιπλοψηφίζουν / διπλοψηφίζουνε
Παρατατικόςδιπλοψήφιζαδιπλοψήφιζεςδιπλοψήφιζεδιπλοψηφίζαμεδιπλοψηφίζατεδιπλοψήφιζαν / διπλοψηφίζαν / διπλοψηφίζανε
Αόριστοςδιπλοψήφισαδιπλοψήφισεςδιπλοψήφισεδιπλοψηφίσαμεδιπλοψηφίσατεδιπλοψήφισαν / διπλοψηφίσαν / διπλοψηφίσανε
Μέλλονταςθα διπλοψηφίζω / θα διπλοψηφίσωθα διπλοψηφίζεις / θα διπλοψηφίσειςθα διπλοψηφίζει / θα διπλοψηφίσειθα διπλοψηφίζουμε / θα διπλοψηφίσουμεθα διπλοψηφίζετε / θα διπλοψηφίσετεθα διπλοψηφίζουν / θα διπλοψηφίζουνε / θα διπλοψηφίσουν / θα διπλοψηφίσουνε
Παρακείμενοςέχω διπλοψηφίσειέχεις διπλοψηφίσειέχει διπλοψηφίσειέχουμε διπλοψηφίσειέχετε διπλοψηφίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα διπλοψηφίσειείχες διπλοψηφίσειείχε διπλοψηφίσειείχαμε διπλοψηφίσει——
Υποτακτικήνα έχω διπλοψηφίσει / να διπλοψηφίζω / να διπλοψηφίσωνα έχεις διπλοψηφίσει / να διπλοψηφίζεις / να διπλοψηφίσειςνα έχει διπλοψηφίσει / να διπλοψηφίζει / να διπλοψηφίσεινα έχουμε διπλοψηφίσει / να διπλοψηφίζουμε / να διπλοψηφίσουμενα έχετε διπλοψηφίσει / να διπλοψηφίζετε / να διπλοψηφίσετενα διπλοψηφίζουν / να διπλοψηφίζουνε / να διπλοψηφίσουν / να διπλοψηφίσουνε
Προστακτική—διπλοψήφιζε / διπλοψήφισε——διπλοψηφίζετε / διπλοψηφίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →