διπλοψηφίζω
•
- ψηφίζω παράνομα δύο φορές στην ίδια εκλογική αναμέτρηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διπλοψηφίζω < διπλο- + ψηφίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διπλοψηφίζω | διπλοψηφίζεις | διπλοψηφίζει | διπλοψηφίζουμε | διπλοψηφίζετε | διπλοψηφίζουν / διπλοψηφίζουνε |
| Παρατατικός | διπλοψήφιζα | διπλοψήφιζες | διπλοψήφιζε | διπλοψηφίζαμε | διπλοψηφίζατε | διπλοψήφιζαν / διπλοψηφίζαν / διπλοψηφίζανε |
| Αόριστος | διπλοψήφισα | διπλοψήφισες | διπλοψήφισε | διπλοψηφίσαμε | διπλοψηφίσατε | διπλοψήφισαν / διπλοψηφίσαν / διπλοψηφίσανε |
| Μέλλοντας | θα διπλοψηφίζω / θα διπλοψηφίσω | θα διπλοψηφίζεις / θα διπλοψηφίσεις | θα διπλοψηφίζει / θα διπλοψηφίσει | θα διπλοψηφίζουμε / θα διπλοψηφίσουμε | θα διπλοψηφίζετε / θα διπλοψηφίσετε | θα διπλοψηφίζουν / θα διπλοψηφίζουνε / θα διπλοψηφίσουν / θα διπλοψηφίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διπλοψηφίσει | έχεις διπλοψηφίσει | έχει διπλοψηφίσει | έχουμε διπλοψηφίσει | έχετε διπλοψηφίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διπλοψηφίσει | είχες διπλοψηφίσει | είχε διπλοψηφίσει | είχαμε διπλοψηφίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διπλοψηφίσει / να διπλοψηφίζω / να διπλοψηφίσω | να έχεις διπλοψηφίσει / να διπλοψηφίζεις / να διπλοψηφίσεις | να έχει διπλοψηφίσει / να διπλοψηφίζει / να διπλοψηφίσει | να έχουμε διπλοψηφίσει / να διπλοψηφίζουμε / να διπλοψηφίσουμε | να έχετε διπλοψηφίσει / να διπλοψηφίζετε / να διπλοψηφίσετε | να διπλοψηφίζουν / να διπλοψηφίζουνε / να διπλοψηφίσουν / να διπλοψηφίσουνε |
| Προστακτική | — | διπλοψήφιζε / διπλοψήφισε | — | — | διπλοψηφίζετε / διπλοψηφίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →