ψηφίζω
•
- εκφράζω, μέσω της ψήφου μου, την προτίμησή μου για έναν υποψήφιο ή για μια ιδέα. Βικιλεξικό
- δεν ξέρω ποιον να ψηφίσω
- ΤΕΛΙΚΑ, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε: ψηφίζουμε (επιλέγουμε πολιτικά) ή κλικάρουμε (επιλέγοντας την ψηφιακή μας καθημερινή πρακτική); Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα απαιτεί αυξημένη κριτική σκέψη και πράξη, πριν και μετά (την ψήφο ή το κλικάρισμα). (Η Ναυτεμπορική, Τελικά ψηφίζουμε ή κλικάρουμε; 5/5/2023)
- μεταφορικάσυμφωνώ με μία πρόταση ή κάνω μία πρόταση Βικιλεξικό
- εγώ, παιδιά, ψηφίζω να πάμε σινεμά
Ετυμολογία
ψηφίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ψηφίζω < ψῆφος (μικρή πέτρα για μέτρημα)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψηφίζω | ψηφίζεις | ψηφίζει | ψηφίζουμε | ψηφίζετε | ψηφίζουν / ψηφίζουνε |
| Παρατατικός | ψήφιζα | ψήφιζες | ψήφιζε | ψηφίζαμε | ψηφίζατε | ψήφιζαν / ψηφίζαν / ψηφίζανε |
| Αόριστος | ψήφισα | ψήφισες | ψήφισε | ψηφίσαμε | ψηφίσατε | ψήφισαν / ψηφίσαν / ψηφίσανε |
| Μέλλοντας | θα ψηφίζω / θα ψηφίσω | θα ψηφίζεις / θα ψηφίσεις | θα ψηφίζει / θα ψηφίσει | θα ψηφίζουμε / θα ψηφίσουμε | θα ψηφίζετε / θα ψηφίσετε | θα ψηφίζουν / θα ψηφίζουνε / θα ψηφίσουν / θα ψηφίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψηφίσει | έχεις ψηφίσει | έχει ψηφίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψηφίσει | είχες ψηφίσει | είχε ψηφίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψηφίσει / να ψηφίζω / να ψηφίσω | να έχεις ψηφίσει / να ψηφίζεις / να ψηφίσεις | να έχει ψηφίσει / να ψηφίζει / να ψηφίσει | να ψηφίζουμε / να ψηφίσουμε | να ψηφίζετε / να ψηφίσετε | να ψηφίζουν / να ψηφίζουνε / να ψηφίσουν / να ψηφίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ψηφισμένο / ψήφιζε / ψήφισε | — | — | ψηφίζετε / ψηφίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ψηφίστηκαψηφίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →