Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψηφίζω

/psiˈfi.zo/ρήμα
•
  1. εκφράζω, μέσω της ψήφου μου, την προτίμησή μου για έναν υποψήφιο ή για μια ιδέα. Βικιλεξικό
    • δεν ξέρω ποιον να ψηφίσω
    • ΤΕΛΙΚΑ, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε: ψηφίζουμε (επιλέγουμε πολιτικά) ή κλικάρουμε (επιλέγοντας την ψηφιακή μας καθημερινή πρακτική); Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα απαιτεί αυξημένη κριτική σκέψη και πράξη, πριν και μετά (την ψήφο ή το κλικάρισμα). (Η Ναυτεμπορική, Τελικά ψηφίζουμε ή κλικάρουμε; 5/5/2023)
  2. μεταφορικάσυμφωνώ με μία πρόταση ή κάνω μία πρόταση Βικιλεξικό
    • εγώ, παιδιά, ψηφίζω να πάμε σινεμά

Ετυμολογία

ψηφίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ψηφίζω < ψῆφος (μικρή πέτρα για μέτρημα)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςψηφίζωψηφίζειςψηφίζειψηφίζουμεψηφίζετεψηφίζουν / ψηφίζουνε
Παρατατικόςψήφιζαψήφιζεςψήφιζεψηφίζαμεψηφίζατεψήφιζαν / ψηφίζαν / ψηφίζανε
Αόριστοςψήφισαψήφισεςψήφισεψηφίσαμεψηφίσατεψήφισαν / ψηφίσαν / ψηφίσανε
Μέλλονταςθα ψηφίζω / θα ψηφίσωθα ψηφίζεις / θα ψηφίσειςθα ψηφίζει / θα ψηφίσειθα ψηφίζουμε / θα ψηφίσουμεθα ψηφίζετε / θα ψηφίσετεθα ψηφίζουν / θα ψηφίζουνε / θα ψηφίσουν / θα ψηφίσουνε
Παρακείμενοςέχω ψηφίσειέχεις ψηφίσειέχει ψηφίσει———
Υπερσυντέλικοςείχα ψηφίσειείχες ψηφίσειείχε ψηφίσει———
Υποτακτικήνα έχω ψηφίσει / να ψηφίζω / να ψηφίσωνα έχεις ψηφίσει / να ψηφίζεις / να ψηφίσειςνα έχει ψηφίσει / να ψηφίζει / να ψηφίσεινα ψηφίζουμε / να ψηφίσουμενα ψηφίζετε / να ψηφίσετενα ψηφίζουν / να ψηφίζουνε / να ψηφίσουν / να ψηφίσουνε
Προστακτική—έχε ψηφισμένο / ψήφιζε / ψήφισε——ψηφίζετε / ψηφίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ψηφίστηκαψηφίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →