διπλωμάτης
•
- επάγγελμαυπάλληλος ή κρατικός λειτουργός που εκπροσωπεί το κράτος του σε ξένη χώρα και προασπίζεται τα συμφέροντα της χώρας του και τον συμπολιτών του Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος που ξέρει να «ελίσσεται» στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους και να αντεπεξέρχεται στις δύσκολες καταστάσεις με ικανότητα, επιδεξιότητα, σύνεση και (ενδεχομένως) πονηριά Βικιλεξικό
- λαϊκότροποΟ καταφερτζής άνθρωπος που έχει πειθώ και ξέρει να σε ρίχνει. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διπλωμάτης < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) γαλλική diplomate < diplomatique < λατινική diploma + -ique < αρχαία ελληνική δίπλωμα < διπλόω / διπλῶ < διπλόος / διπλοῦς < δύο < πρωτοελληνική *dúwō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dwóh₁ (δύο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διπλωμάτης | διπλωμάτες |
| Γενική | διπλωμάτη | διπλωματών |
| Αιτιατική | διπλωμάτη | διπλωμάτες |
| Κλητική | διπλωμάτη | διπλωμάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →