Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίπλωμα

/ˈði.plo.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το τσάκισμα ενός αντικειμένου με τέτοιο τρόπο, ώστε η αρχική επιφάνειά να μειώνεται κατά το ήμισυ Βικιλεξικό
  2. έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται από κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή οργανισμό ότι κάποιος έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του ή ότι έχει επάρκεια γνώσεων Βικιλεξικό
    • Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)
  3. παλαιογραφίαδιπλωμένο έγγραφο που διασφαλίζει το περιεχόμενο του με σφραγίδα Βικιλεξικό
  4. προφορικόη άδεια οδήγησης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίπλωμα < αρχαία ελληνικήδίπλωμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδίπλωμαδιπλώματα
Γενικήδιπλώματοςδιπλωμάτων
Αιτιατικήδίπλωμαδιπλώματα
Κλητικήδίπλωμαδιπλώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →