διπλότυπο
•
- βιβλιάριο έκδοσης αποδείξεων με δύο τμήματα για κάθε απόδειξη, ένα γι’ αυτόν που πληρώνεται κι ένα γι’ αυτόν που πληρώνει Βικιλεξικό
- οποιοδήποτε έντυπο διατίθεται σε δύο αντίγραφα Βικιλεξικό
- βάσεις δεδομένων, (σχεσιακό μοντέλο) όταν δύο πλειάδες σε μία οντότητα έχουν τις ίδιες τιμές σε όλα τα γνωρίσματά τους. Κατάσταση που δεν επιτρέπεται να ισχύει στο σχεσιακό μοντέλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διπλότυπο < ουδέτερο του διπλότυπος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική duplicate)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διπλότυπο | διπλότυπα |
| Γενική | διπλοτύπου / διπλότυπου | διπλοτύπων / διπλότυπων |
| Αιτιατική | διπλότυπο | διπλότυπα |
| Κλητική | διπλότυπο | διπλότυπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →