Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διπλότυπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βγαίνει / τυπώνεται σε δύο αντίγραφα Βικιλεξικό
  2. γραμματικήπου αφορά (απλή ή σύνθετη) λέξη με δύο παρόμοιες μορφές, με διπλό (γραμματικά) τύπο (σπιρτόκουτο / σπιρτοκούτι, πονοκέφαλος / κεφαλόπονος, νέος / νιος) Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοδιπλότυπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διπλότυπος < διπλός + -ο- + τύπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιπλότυποςδιπλότυπηδιπλότυπο
Γενικήδιπλότυπουδιπλότυπηςδιπλότυπου
Αιτιατικήδιπλότυποδιπλότυπηδιπλότυπο
Κλητικήδιπλότυπεδιπλότυπηδιπλότυπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιπλότυποιδιπλότυπεςδιπλότυπα
Γενικήδιπλότυπωνδιπλότυπωνδιπλότυπων
Αιτιατικήδιπλότυπουςδιπλότυπεςδιπλότυπα
Κλητικήδιπλότυποιδιπλότυπεςδιπλότυπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →