διποδίζω
•
- για άλογαεκτελώ τροχασμό Βικιλεξικό
- ανθρωπολογίαπερπατώ στα δύο πόδια ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διποδίζω < → δείτε τη λέξη δίποδος διποδ- + -ίζω < (δις) δι- + πόδ(ι) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διποδίζω | διποδίζεις | διποδίζει | διποδίζουμε | διποδίζετε | διποδίζουν / διποδίζουνε |
| Παρατατικός | διπόδιζα | διπόδιζες | διπόδιζε | διποδίζαμε | διποδίζατε | διποδίζαν / διποδίζανε / διπόδιζαν |
| Αόριστος | διπόδισα | διπόδισες | διπόδισε | διποδίσαμε | διποδίσατε | διποδίσαν / διποδίσανε / διπόδισαν |
| Μέλλοντας | θα διποδίζω / θα διποδίσω | θα διποδίζεις / θα διποδίσεις | θα διποδίζει / θα διποδίσει | θα διποδίζουμε / θα διποδίσουμε | θα διποδίζετε / θα διποδίσετε | θα διποδίζουν / θα διποδίζουνε / θα διποδίσουν / θα διποδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διποδίσει | έχεις διποδίσει | έχει διποδίσει | έχουμε διποδίσει | έχετε διποδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διποδίσει | είχες διποδίσει | είχε διποδίσει | είχαμε διποδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διποδίσει / να διποδίζω / να διποδίσω | να έχεις διποδίσει / να διποδίζεις / να διποδίσεις | να έχει διποδίσει / να διποδίζει / να διποδίσει | να έχουμε διποδίσει / να διποδίζουμε / να διποδίσουμε | να έχετε διποδίσει / να διποδίζετε / να διποδίσετε | να διποδίζουν / να διποδίζουνε / να διποδίσουν / να διποδίσουνε |
| Προστακτική | — | διπόδιζε / διπόδισε | — | — | διποδίζετε / διποδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →