Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διποδισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. για άλογα κ.λπη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διποδίζω Βικιλεξικό
  2. ανθρωπολογίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διποδίζω Βικιλεξικό
    • Ο ηλικίας 4,4 εκατομμυρίων ετών Αρδιπίθηκος ήταν σίγουρα δίποδος. Ο αρχαιότερος διποδισμός –το «σήμα κατατεθέν» της ανθρωπότητας– μέχρι τώρα είχε βρεθεί στον Σαχελάνθρωπο του Τσαντ που έζησε πριν από 6 εκατομμύρια χρόνια. Αν ο Danuvius όντως στεκόταν στα δύο πόδια του, τότε η καταγωγή του διποδισμού θα πρέπει να μετατεθεί πολύ παλαιότερα. Επιπλέον, η Αφρική θα χάσει την πρωτιά του διποδισμού υπέρ της Ευρώπης. (www.archaiologia.gr, 8/11/2019)

Ετυμολογία

διποδισμός < διποδίζω + -ισμός. Διαφορετικό το αρχαίο διποδισμός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιποδισμόςδιποδισμοί
Γενικήδιποδισμούδιποδισμών
Αιτιατικήδιποδισμόδιποδισμούς
Κλητικήδιποδισμέδιποδισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →