διχογνωμία
•
- λόγιοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διχογνωμώ· η ύπαρξη δυο διαφορετικών απόψεων για ένα θέμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διχογνωμία < διχογνωμ(ώ) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διχογνωμία | διχογνωμίες |
| Γενική | διχογνωμίας | διχογνωμιών |
| Αιτιατική | διχογνωμία | διχογνωμίες |
| Κλητική | διχογνωμία | διχογνωμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →