συμφωνία
•
- η κοινή απόφαση, γραπτή ή προφορική, μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών, για να τηρήσουν ορισμένους κανόνες Βικιλεξικό
- η κοινή πεποίθηση ή δράση ασχέτως υπάρξεως ή μη κάποιας απόφασης Βικιλεξικό
- φυσικήδιατήρηση μεταξύ κυμάτων σταθερής διαφοράς φάσης Βικιλεξικό
- μουσικήμουσικό έργο μεγάλης έκτασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμφωνία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμφωνία : κοινή πεποίθηση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική accord
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμφωνία | συμφωνίες |
| Γενική | συμφωνίας | συμφωνιών |
| Αιτιατική | συμφωνία | συμφωνίες |
| Κλητική | συμφωνία | συμφωνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →