Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διχογνωμώ

/ði.xo.ɣnoˈmo/ρήμα
•
  1. λόγιοέχω διαφορετική ή και αντίθετη γνώμη και την υποστηρίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διχογνωμώ < (ελληνιστική κοινή) / διχογνωμῶ < δίχα (< δίς) + γνώμη (< γιγνώσκω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιχογνωμώδιχογνωμείςδιχογνωμείδιχογνωμούμεδιχογνωμείτεδιχογνωμούν / διχογνωμούνε
Παρατατικόςδιχογνωμούσαδιχογνωμούσεςδιχογνωμούσεδιχογνωμούσαμεδιχογνωμούσατεδιχογνωμούσαν / διχογνωμούσανε
Αόριστοςδιχογνώμησαδιχογνώμησεςδιχογνώμησεδιχογνωμήσαμεδιχογνωμήσατεδιχογνωμήσαν / διχογνωμήσανε / διχογνώμησαν
Μέλλονταςθα διχογνωμήσω / θα διχογνωμώθα διχογνωμήσεις / θα διχογνωμείςθα διχογνωμήσει / θα διχογνωμείθα διχογνωμήσουμε / θα διχογνωμούμεθα διχογνωμήσετε / θα διχογνωμείτεθα διχογνωμήσουν / θα διχογνωμήσουνε / θα διχογνωμούν / θα διχογνωμούνε
Παρακείμενοςέχω διχογνωμήσειέχεις διχογνωμήσειέχει διχογνωμήσειέχουμε διχογνωμήσειέχετε διχογνωμήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα διχογνωμήσειείχες διχογνωμήσειείχε διχογνωμήσειείχαμε διχογνωμήσει——
Υποτακτικήνα έχω διχογνωμήσει / να διχογνωμήσω / να διχογνωμώνα έχεις διχογνωμήσει / να διχογνωμήσεις / να διχογνωμείςνα έχει διχογνωμήσει / να διχογνωμήσει / να διχογνωμείνα έχουμε διχογνωμήσει / να διχογνωμήσουμε / να διχογνωμούμενα έχετε διχογνωμήσει / να διχογνωμήσετε / να διχογνωμείτενα διχογνωμήσουν / να διχογνωμήσουνε / να διχογνωμούν / να διχογνωμούνε
Προστακτική—διχογνώμει / διχογνώμησε——διχογνωμήστε / διχογνωμείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →