διχογνωμώ
•
- λόγιοέχω διαφορετική ή και αντίθετη γνώμη και την υποστηρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διχογνωμώ < (ελληνιστική κοινή) / διχογνωμῶ < δίχα (< δίς) + γνώμη (< γιγνώσκω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διχογνωμώ | διχογνωμείς | διχογνωμεί | διχογνωμούμε | διχογνωμείτε | διχογνωμούν / διχογνωμούνε |
| Παρατατικός | διχογνωμούσα | διχογνωμούσες | διχογνωμούσε | διχογνωμούσαμε | διχογνωμούσατε | διχογνωμούσαν / διχογνωμούσανε |
| Αόριστος | διχογνώμησα | διχογνώμησες | διχογνώμησε | διχογνωμήσαμε | διχογνωμήσατε | διχογνωμήσαν / διχογνωμήσανε / διχογνώμησαν |
| Μέλλοντας | θα διχογνωμήσω / θα διχογνωμώ | θα διχογνωμήσεις / θα διχογνωμείς | θα διχογνωμήσει / θα διχογνωμεί | θα διχογνωμήσουμε / θα διχογνωμούμε | θα διχογνωμήσετε / θα διχογνωμείτε | θα διχογνωμήσουν / θα διχογνωμήσουνε / θα διχογνωμούν / θα διχογνωμούνε |
| Παρακείμενος | έχω διχογνωμήσει | έχεις διχογνωμήσει | έχει διχογνωμήσει | έχουμε διχογνωμήσει | έχετε διχογνωμήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διχογνωμήσει | είχες διχογνωμήσει | είχε διχογνωμήσει | είχαμε διχογνωμήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διχογνωμήσει / να διχογνωμήσω / να διχογνωμώ | να έχεις διχογνωμήσει / να διχογνωμήσεις / να διχογνωμείς | να έχει διχογνωμήσει / να διχογνωμήσει / να διχογνωμεί | να έχουμε διχογνωμήσει / να διχογνωμήσουμε / να διχογνωμούμε | να έχετε διχογνωμήσει / να διχογνωμήσετε / να διχογνωμείτε | να διχογνωμήσουν / να διχογνωμήσουνε / να διχογνωμούν / να διχογνωμούνε |
| Προστακτική | — | διχογνώμει / διχογνώμησε | — | — | διχογνωμήστε / διχογνωμείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →