διωματάρης
•
- ο όμορφος, ο καμαρωτός, ο κομψός, ο χαριτωμένος Βικιλεξικό
- Ριζίτικο τραγούδι της Κρήτης, Τὸ ζήτημα τσῆ κόρης, @google.gr/books
Ετυμολογία
διωματάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική διωματάρης (όψιμη μεσαιωνική ή πρώιμη νεοελληνική)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διωματάρης | διωματάρηδες |
| Γενική | διωματάρη | διωματάρηδων |
| Αιτιατική | διωματάρη | διωματάρηδες |
| Κλητική | διωματάρη | διωματάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →