Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διωματάρης

/ˈðʝo.maˈta.ɾis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο όμορφος, ο καμαρωτός, ο κομψός, ο χαριτωμένος Βικιλεξικό
    • Ριζίτικο τραγούδι της Κρήτης, Τὸ ζήτημα τσῆ κόρης, @google.gr/books

Ετυμολογία

διωματάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική διωματάρης (όψιμη μεσαιωνική ή πρώιμη νεοελληνική)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιωματάρηςδιωματάρηδες
Γενικήδιωματάρηδιωματάρηδων
Αιτιατικήδιωματάρηδιωματάρηδες
Κλητικήδιωματάρηδιωματάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →