Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δοκίμιο

/ðoˈci.mi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φιλολογίαγραπτό κείμενο μέτριας έκτασης και καλλιεργημένου ύφους με το οποίο ο συγγραφέας αποπειράται να διερευνήσει θεωρητικά ένα φιλοσοφικό, κοινωνικό, ιστορικό, φιλολογικό ζήτημα Βικιλεξικό
    • Σε περίπτωση που μεταξύ των δυο συνολικών βαθμολογιών υπάρχει διαφορά μεγαλύτερη από το 10% της μέγιστης δυνατής βαθμολογίας του μαθήματος, τότε το γραπτό δοκίμιο αναβαθμολογείται με την ακόλουθη διαδικασία: (α) Καλύπτονται οι βαθμολογίες των δύο βαθμολογητών και ο αναβαθμολογητής βαθμολογεί το γραπτό χωρίς να τις γνωρίζει. (Ο περί Διεξαγωγής των Παγκύπριων Εξετάσεων Νόμος του 2006 (22(I)/2006), cylaw.org, 2006 https://www.cylaw.org/nomoi/enop/ind/2006_1_22/section-sc9773a810-d52e-5c09-19b9-6c316257bb6d.html)
  2. φιλολογίατο αντίστοιχο είδος του γραπτού λόγου Βικιλεξικό
  3. τυπογραφίαη πρώτη πρόχειρη εκτύπωση ενός κειμένου που πρέπει να ελεγχθεί για λάθη και να λάβει την τελική του μορφή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δοκίμιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δοκίμ(ιον) + -ιο < δοκιμή < :* για το φιλολογικό είδος < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική essai. Διαφορετικό το αρχαίο δοκιμεῖον ελληνιστικό δοκίμιον). :* για το τυπογραφικό δοκίμιο < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική épreuve.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδοκίμιοδοκίμια
Γενικήδοκίμιου / δοκιμίουδοκιμίων
Αιτιατικήδοκίμιοδοκίμια
Κλητικήδοκίμιοδοκίμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →