δοκίμιο
•
- φιλολογίαγραπτό κείμενο μέτριας έκτασης και καλλιεργημένου ύφους με το οποίο ο συγγραφέας αποπειράται να διερευνήσει θεωρητικά ένα φιλοσοφικό, κοινωνικό, ιστορικό, φιλολογικό ζήτημα Βικιλεξικό
- Σε περίπτωση που μεταξύ των δυο συνολικών βαθμολογιών υπάρχει διαφορά μεγαλύτερη από το 10% της μέγιστης δυνατής βαθμολογίας του μαθήματος, τότε το γραπτό δοκίμιο αναβαθμολογείται με την ακόλουθη διαδικασία: (α) Καλύπτονται οι βαθμολογίες των δύο βαθμολογητών και ο αναβαθμολογητής βαθμολογεί το γραπτό χωρίς να τις γνωρίζει. (Ο περί Διεξαγωγής των Παγκύπριων Εξετάσεων Νόμος του 2006 (22(I)/2006), cylaw.org, 2006 https://www.cylaw.org/nomoi/enop/ind/2006_1_22/section-sc9773a810-d52e-5c09-19b9-6c316257bb6d.html)
- φιλολογίατο αντίστοιχο είδος του γραπτού λόγου Βικιλεξικό
- τυπογραφίαη πρώτη πρόχειρη εκτύπωση ενός κειμένου που πρέπει να ελεγχθεί για λάθη και να λάβει την τελική του μορφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δοκίμιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δοκίμ(ιον) + -ιο < δοκιμή < :* για το φιλολογικό είδος < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική essai. Διαφορετικό το αρχαίο δοκιμεῖον ελληνιστικό δοκίμιον). :* για το τυπογραφικό δοκίμιο < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική épreuve.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δοκίμιο | δοκίμια |
| Γενική | δοκίμιου / δοκιμίου | δοκιμίων |
| Αιτιατική | δοκίμιο | δοκίμια |
| Κλητική | δοκίμιο | δοκίμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →