Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δοκιμή

/ðo.ciˈmi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η απόπειρα, η προσπάθεια Βικιλεξικό
  2. ο έλεγχος της καλής λειτουργίας ενός συστήματος Βικιλεξικό
  3. για ρούχα ή παράστασηη πρόβα, το προβάρισμα Βικιλεξικό
  4. το δοκίμιο Βικιλεξικό
    • οι Δοκιμές του Γ. Σεφέρη

Ετυμολογία

δοκιμή < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δοκιμή < ελληνιστική κοινή δοκιμή (δοκιμασία, εμπειρία), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική essai και την αγγλική test, trial.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδοκιμήδοκιμές
Γενικήδοκιμήςδοκιμών
Αιτιατικήδοκιμήδοκιμές
Κλητικήδοκιμήδοκιμές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →