δοξάζω
•
- συμβάλλω στο να γίνει κάποιος ή κάτι ένδοξο(ς) Βικιλεξικό
- τιμώ και ευχαριστώ τον θεό με τιμητικούς ή εγκωμιαστικούς ύμνους ή λόγους Βικιλεξικό
- οι Μέδικοι, σε βίο τρυφηλό δοσμένοι, ωραιοπαθείς, ηδονολάτρες, εκστασιαζόμενοι μπροστά σε έργα ανθρώπινα που τάχα εδόξαζαν μα στην πραγματικότητα αμφισβητούσαν το μεγαλείο του Κυρίου. (Νέα Εστία, τόμος 86, 1969, σελ. 1061)
- στην παθητική φωνήδοξάζομαι: αποκτώ δόξα ή φήμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δοξάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δοξάζω < δόξα + -άζω
Άλλοι τύποι
δοξάζομαιδοξάστηκαδοξασμένοςδόξασα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →