Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δοξάζω

/ðoˈksa.zo/ρήμα
•
  1. συμβάλλω στο να γίνει κάποιος ή κάτι ένδοξο(ς) Βικιλεξικό
  2. τιμώ και ευχαριστώ τον θεό με τιμητικούς ή εγκωμιαστικούς ύμνους ή λόγους Βικιλεξικό
    • οι Μέδικοι, σε βίο τρυφηλό δοσμένοι, ωραιοπαθείς, ηδονολάτρες, εκστασιαζόμενοι μπροστά σε έργα ανθρώπινα που τάχα εδόξαζαν μα στην πραγματικότητα αμφισβητούσαν το μεγαλείο του Κυρίου. (Νέα Εστία, τόμος 86, 1969, σελ. 1061)
  3. στην παθητική φωνήδοξάζομαι: αποκτώ δόξα ή φήμη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δοξάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δοξάζω < δόξα + -άζω

Άλλοι τύποι

δοξάζομαιδοξάστηκαδοξασμένοςδόξασα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →