Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δοξαστικός

/ðo.ksa.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δοξάζει ή συντελεί στο δόξασμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δοξαστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δοξαστικός (αρχαία σημασία: που δημιουργεί γνώμη) < δοξάζω < δόξα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδοξαστικόςδοξαστικήδοξαστικό
Γενικήδοξαστικούδοξαστικήςδοξαστικού
Αιτιατικήδοξαστικόδοξαστικήδοξαστικό
Κλητικήδοξαστικέδοξαστικήδοξαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδοξαστικοίδοξαστικέςδοξαστικά
Γενικήδοξαστικώνδοξαστικώνδοξαστικών
Αιτιατικήδοξαστικούςδοξαστικέςδοξαστικά
Κλητικήδοξαστικοίδοξαστικέςδοξαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →