Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δοξαριά

/ðo.ksaɾˈʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η επαφή του δοξαριού με τις χορδές και η κίνηση πάνω σ’ αυτές, ώστε να παραχθεί ήχος Βικιλεξικό
  2. ο σχετικός ήχος που παράγεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δοξαριά < δοξάρ(ι) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδοξαριάδοξαριές
Γενικήδοξαριάςδοξαριών
Αιτιατικήδοξαριάδοξαριές
Κλητικήδοξαριάδοξαριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →