δοξαριά
•
- η επαφή του δοξαριού με τις χορδές και η κίνηση πάνω σ’ αυτές, ώστε να παραχθεί ήχος Βικιλεξικό
- ο σχετικός ήχος που παράγεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δοξαριά < δοξάρ(ι) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δοξαριά | δοξαριές |
| Γενική | δοξαριάς | δοξαριών |
| Αιτιατική | δοξαριά | δοξαριές |
| Κλητική | δοξαριά | δοξαριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →