Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δοξολογία

/ðo.kso.loˈʝi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θρησκείασύντομη εκκλησιαστική ακολουθία, που πολλοί ύμνοι της αρχίζουν με τη λέξη δόξα (Δόξα Σοι, τῷ δείξαντι τὸ φῶς...) και που ψάλλεται είτε στην αρχή της Θείας Λειτουργίας είτε και αυτόνομα σε κάποια επέτειο ή επίσημη τελετή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δοξολογία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δοξολογία < αρχαία ελληνική δόξα + -λογία (< δοκέω / δοκῶ) + λέγω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδοξολογίαδοξολογίες
Γενικήδοξολογίαςδοξολογιών
Αιτιατικήδοξολογίαδοξολογίες
Κλητικήδοξολογίαδοξολογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →